Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Real News της Κυριακής 16/2/2014:

Η μνημονιακή συγκυβέρνηση υπερηφανεύεται ότι με τις πολιτικές της «εσωτερικής υποτίμησης», τις οποίες εφαρμόζει κατ’ εντολή της επικυρίαρχης τριαρχίας των δανειστών, πέτυχε πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα και ότι ανοίγει το δρόμο για την έξοδο της Ελλάδας από την «σήραγγα» των μνημονίων. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ διαφορετική, αφού το Δημοσιονομικό Σύμφωνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνυπέγραψε η (στηριγμένη στο ΠΑ.ΣΟ.Κ και τη Ν.Δ) κυβέρνηση Παπαδήμου το Μάρτιο του 2012 και ισχύει από την πρωτοχρονιά του 2013 (αφού η σχετική ευρωπαϊκή συνθήκη «σταθερότητας» κυρώθηκε και από τη χώρα μας με τον ν. 4063/2012) ισοδυναμεί με ένα διαρκές μνημόνιο, σκληρότερο από τα ισχύοντα.
Το άρθρο 4 του παραπάνω Συμφώνου υποχρεώνει τα κράτη της Ένωσης που έχουν δημόσιο χρέος μεγαλύτερο του 60% να διορθώνουν την απόκλιση τουλάχιστον κατά το 1/20 ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα, με χρέος σήμερα περίπου στο 175% του ΑΕΠ της, θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα σχεδόν 6% του ΑΕΠ για τη μείωση του χρέους και άλλο 4% περίπου για την αποπληρωμή των τόκων, δηλαδή συνολικά 9% έως 10% του συνολικού εθνικού της προϊόντος! Ακόμη και αν η χώρα κατάφερνε, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, να μπει σε τροχιά ανάπτυξης, να ανακτήσει την απώλεια του ενός τετάρτου (κατά προσέγγιση) του εθνικού της προϊόντος στη μνημονιακή τετραετία 2010-2014 και να περιορίσει τον λόγο δημόσιου χρέους/ΑΕΠ στα επίπεδα του 125%, και πάλι θα χρειαζόταν πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 6% του ΑΕΠ ετησίως, προκειμένου να τηρεί το Δημοσιονομικό Σύμφωνο.
Για να γίνει αντιληπτό τι σημαίνουν αυτά, αρκεί να αναφέρουμε ότι το υψηλότερο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα στην ελληνική ιστορία ήταν στο 4,9% του ΑΕΠ για μία και μοναδική χρονιά (το 1994) και ότι το ισχύον μνημόνιο προβλέπει την υποχρέωση επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων «μόνο» στο 4 έως 4,5% του ΑΕΠ για σειρά ετών. Προς το παρόν εξάλλου, παρά τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για πρωτογενές πλεόνασμα, το δημόσιο χρέος όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αντίθετα αυξήθηκε από τα 300 δις ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2012 στα 317 το τρίτο τρίμηνο του 2013 (δηλ. κατά το διπλάσιο περίπου των τόκων που πληρώθηκαν στο διάστημα αυτό.)
Με άλλες λέξεις, τα δύο κόμματα που νέμονται παραδοσιακά την εξουσία στη χώρα μας (εναλλάξ τις προηγούμενες δεκαετίες, από κοινού σήμερα) όχι μόνο την οδήγησαν στη χρεοκοπία αλλά και τη δέσμευσαν στην επιδίωξη παντελώς ουτοπικών δημοσιονομικών στόχων. Η μη επίτευξη των στόχων αυτών θα συνεπάγεται τη δυνατότητα αναστολής ή ακύρωσης της χρηματοδότησης της Ελλάδας από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕ 1303/2013 περί κοινών διατάξεων για τα ανωτέρω ταμεία. Κατ’ ουσία δηλαδή η ίδια η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα καταστεί αντιπαραγωγική, αφού θα συνεπάγεται ποικίλες επαχθείς υποχρεώσεις για την εθνική μας οικονομία, χωρίς να απολαμβάνουμε τα κυριότερα οφέλη από αυτή, εφόσον η ροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων διακοπεί.
Το συμπέρασμα είναι ότι μεσοπρόθεσμα η παραμονή της Ελλάδας, και όχι μόνο (αφού π.χ και η Ιταλία βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, με το δημόσιο χρέος της να ίπταται στο 130% του ΑΕΠ της), στην Ευρωπαϊκή Ένωση προϋποθέτει τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος του υπερβολικού δημοσίου χρέους με μα γενναία εφάπαξ ρύθμιση (διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους). Αλλιώς η έξοδος, υπό δραματικές ενδεχομένως συνθήκες, θα καταστεί κάποια στιγμή μονόδρομος. Κανείς οφειλέτης όμως δεν μπορεί να ελπίζει σε σεισάχθεια αν δεν τη διεκδικήσει δυναμικά ο ίδιος. Τούτο προφανώς προϋποθέτει, πριν από κάθε τι άλλο, την αποκαθήλωση του υπόλογου για την υπερχρέωση συστήματος εξουσίας, με αφετηρία τις επερχόμενες ευρωεκλογές και περιφερειακές εκλογές, και την ανάληψη της κύριας ευθύνης διακυβέρνησης της χώρας από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου